1) Ἱκεσία ἁμαρτωλοῦ - (Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος)
Θεέ μου, λυπήσου με τὸν ἁμαρτωλό, ποὺ δὲν ἔκανα κανένα καλὸ μπροστά Σου.
Γλύτωσέ με ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ ἀξίωσέ με ἀκατάκριτα ν᾿ ἀνοίγω τὸ ἀνάξιο στόμα μου καὶ ν᾿ ἀνυμνῶ τὸ Πανάγιο ὄνομά Σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Συγχώρησέ μου, Κύριε, κάθε τῆς καρδιᾶς μου ἄτοπη ἐπιθυμία, σὺ ποὺ ξέρεις καλὰ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων.
Συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό, τὸν πονηρό, τὸν ψεύτη, τὸν ἀνυπόμονο, τὸν λιγόψυχο, τὸν ἀμελῆ στὶς θεῖες ἐντολές Σου, ἐμένα ποὺ ἁμάρτησα στὴ γῆ καὶ στὴ θάλασσα καὶ σὲ κάθε τόπο. Μπροστὰ στὰ ἀλάθητα μάτια Σου δὲν ἔπαψα νὰ ἐργάζομαι τὸ πονηρό, διότι ὁ πονηρὸς δὲν ἔπαψε νὰ μὲ μπλέκει στὰ δίχτυά του μὲ γαστριμαργίες καὶ ἡδονὲς καὶ πονηρὲς ἐπιθυμίες, μὲ δόλους καὶ κενοδοξίες καὶ βλασφημίες.
Ἀλλὰ σύ, Κύριε, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος ἐλεήμων καὶ πανάγαθος, βοήθησέ με καὶ σῶσε με ὅπως ἔσωσες τὸν ἄσωτο, τὸν τελώνη, τὴν πόρνη καὶ τὸν λῃστή.
Ναί, φιλάνθρωπε Δέσποτα, μὴ μὲ ἀποστραφεῖς τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀχρεῖο, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας Δέσποινας, καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, διότι εἶσαι εὐλογητὸς στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
2) Στήριξέ με, Κύριε... - (Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας)
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ μου, δῶσ᾿ μου τὴ σημερινὴ μέρα ἀγαθή, ἀναμαρτήτη καὶ καθαρή.
Κύριε, μὴ μ᾿ ἐγκαταλείπῃς. Μὴ φεύγεις μακριά μου. Ἅπλωσε τὸ χέρι Σου καὶ βοήθησέ με.
Κύριε, στήριξέ με καὶ φύτεψε στην καρδία μου τὴν ἀγάπη καὶ τὸ μεγάλο σεβασμὸ γιὰ Σένα.
Κύριε, δίδαξέ με νὰ ζῶ κατὰ τὸ Ἅγιο θέλημά Σου.
Κᾶμε, Κύριε, νὰ συναισθάνομαι τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ λυπᾶμαι γι᾿ αὐτές.
Ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ κάθε ψυχικὸ καὶ σωματικὸ πειρασμό.
Διῶξε ἀπ᾿ τὸ νοῦ μου κάθε βρώμικο, αἰσχρὸ καὶ ἀνυπότακτο λογισμό.
Κύριε, βοήθησέ με νὰ βγάλω ἀπὸ μέσα μου τὴν ἀμέλεια, τὴν λύπη, τὴν λησμοσύνη, τὴν ἀναισθησία, τὴν πόρωση.
Κύριε, ποὺ εἶσαι σπλαγχνικός, ἐλέησέ με καὶ συγχώρησε ὅλες τὶς ἀνομίες μου.
Καὶ κᾶμε νὰ ζῶ μὲ ἡσυχία, μὲ μετάνοια, μὲ ἐξομολόγηση καὶ μὲ πιστὴ καθαρή.
Ἀμήν.
3) Μεῖνε Κύριε μαζί μου - (Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)
Μεῖνε, Κύριε, καὶ μὴ μ᾿ ἀφήσεις μόνο.
Θέλω, ὅταν ἔρθουν οἱ ἐχθροί μου, ποὺ ζητοῦν νὰ καταπιοῦν τὴν ψυχή μου, νὰ σὲ βροῦν μέσα μου, καὶ νὰ φύγουν γιὰ πάντα, γιὰ νὰ μὴ μπορέσουν ξανὰ νὰ μὲ βλάψουν βλέποντάς σε τὸν ἰσχυρότερο πάντων νὰ κάθεσαι στὸν οἶκο τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς.
Ναί, Δέσποτα, ὅπως μὲ θυμήθηκες ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω μὲ διάλεξες ἐσύ, μὲ χώρισες ἀπ᾿ τὸν κόσμο καὶ μ᾿ ἔκανες κοινωνὸ τῆς θείας σου δόξης, ἔτσι καὶ τώρα φύλαξέ με πάντοτε σταθερὸ κι ἀμετακίνητο στὴν ἐνοίκησή σου ἐντός μου.
Βλέποντάς σε ἀδιάκοπα ἐγὼ ὁ νεκρὸς θ᾿ ἀνασταίνομαι καὶ θὰ ζῶ, ἔχοντάς σε ἐγὼ ὁ φτωχὸς θὰ πλουτίζω διαρκῶς καὶ θὰ γίνω πλουσιότερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς βασιλιάδες.
Καὶ θὰ σὲ τρώγω καὶ θὰ σὲ πίνω καὶ θὰ σὲ ντύνομαι κάθε ὥρα, ὥστε νὰ ζῶ καὶ τώρα καὶ πάντα ἐντρυφώντας σὲ ἀνεκλάλητα ἀγαθά.
Γιατὶ ἐσὺ εἶσαι κάθε ἀγαθὸ καὶ κάθε δόξα καὶ κάθε τρυφὴ καὶ σὲ σένα πρέπει ἡ δόξα στὴν Ἁγία καὶ Ὁμοούσιο καὶ Ζωοποιὸ Τριάδα, ποὺ ὅλοι οἱ πιστοὶ τὴ σέβονται καὶ τὴ γνωρίζουν, τὴν προσκυνοῦν καὶ τὴ λατρεύουν στὰ πρόσωπα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
4) Θυμήσου με...
Ἰησοῦ μου, ὁ γλυκὺς καὶ ὡραῖος, ἦρθες πρὸς τὸ ἐλάχιστο πλάσμα σου!
Ἡ ζωή, ἡ χαρά, ἡ εὐωδία τῶν ἀχράντων ἀγγέλων, ἦρθες νὰ εὐφράνεις τὸν ἀχρεῖο σου δοῦλο.
Καλῶς ἦρθες «ὁ τὰ πάντα πληρῶν», ὁ ἐπέκτεινα κάθε εὐφροσύνης· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος!
Θυμήσου με στὴ δόξα σου, στὰ κάλλη τοῦ παραδείσου.
Θυμήσου με στὸν οὐρανό, στοὺς ὕμνους τῶν ἀγγέλων.
Θυμήσου με, ὁ εὐλογητὸς τῶν Χερουβὶμ καὶ τῶν Σεραφίμ, θεῖο ἀπαύγασμα τοῦ Πατέρα.
Θυμήσου με, τῆς ἀθάνατης φιλανθρωπίας τὸ ἀπέραντο πέλαγος.
Ὅσο θ᾿ ἀναπνέω, Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ, νὰ μ᾿ ἐλεεῖς.
Μεῖνε κοντά μου καὶ δεῖχνε μου τὸ δρόμο πρὸς τὴν αἰωνιότητα.
5) Δέξου με...
Δέξου, Πατέρα, τὸν νεκρὸ ποὺ ἔχασε τὴν ψυχή του.
Δέξου τὸ καταγώγιο τῶν ἁμαρτιῶν, τὸν βλάσφημο, τὸν πονηρό, τὸν αἰσχρὸ κι ἀδιάντροπο, τὸν μολυσμένο στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.
Δέξου τὸν δοῦλο τῶν πονηρῶν δαιμόνων.
Ἐλέησέ με τὸν ἀκάθαρτο, τὸν κλέφτη καὶ παραβάτη, τὸ βδέλυγμα τῆς ἁμαρτίας.
Ἐλέησέ με, ἡ πλούσια πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ μὴν ἀποστρέψεις τὸ ἀγαθό σου πρόσωπο ἀπὸ τὸν δοῦλο σου.
Μὴν πεῖς, Κύριε: Δὲν σὲ γνωρίζω!
Μὴν πεῖς: Ποῦ ἤσουνα ὡς τώρα;
Μὴ μὲ περιφρονήσεις τὸ χῶμα, τὴ στάχτη, τὴ φθορά, τὸ ὄνειδος, τὸ βδέλυγμα, τὸ ἐρείπιο τῶν δαιμόνων, τὸ σκάνδαλο τῶν ἀνθρώπων.
Μὴ μὲ ἀποστραφεῖς, Δέσποτα, ἀλλὰ λυπήσου με καὶ σῶσέ με.
Γιατὶ ξέρω, φιλάνθρωπε, ὅτι δὲν θέλεις «τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψει καὶ ζῆν αὐτόν».
Δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω, ἂν δὲν μ᾿ ἐλεήσεις!...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου